Μάχη της λίμνης της Καστοριάς (Άργος Ορεστικό)
Σύντομη Περιγραφή:
Στις 15 Απριλίου, ισχυρές γερμανικές δυνάμεις προωθήθηκαν στα νότια της λίμνης της Καστοριάς, όμως η ταχεία προέλασή τους προσέκρουσε στην ελληνική αμυντική γραμμή, που είχε αναπτυχθεί από το Δισπηλιό μέχρι τα νοτιοανατολικά των Αμπελοκήπων. Κατά τη διάρκεια της πολύωρης μάχης, οι Γερμανοί, αφού διέσπασαν την άμυνα στην περιοχή των Αμπελοκήπων, επιτέθηκαν στο Άργος Ορεστικό και το κατέλαβαν γύρω στις 19:00. Ακολούθησαν σφοδρές επιθέσεις της γερμανικής αεροπορίας, που με ρίψεις φωτοβολίδων, πυρών πολυβόλων και βομβών, καθώς και με τις χαρακτηριστικές σειρήνες των βομβαρδιστικών, έσπειραν τον πανικό στην ευρύτερη περιοχή. Μετά τη μάχη, ο επικεφαλής της γερμανικής επίθεσης απέδωσε συγχαρητήρια στις ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες, παρά τις λιγοστές δυνάμεις τους, κατάφεραν να αμυνθούν για 14 ώρες ενάντια στην κεραυνοβόλο γερμανική επίθεση.
Φωτογραφικό υλικό:
Αναλυτική Περιγραφή:
Στις 05:15 της 6ης Απριλίου 1941, ο γερμανικός στρατός εισέβαλε απροειδοποίητα στη Νότια Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, στο πλαίσιο της «Επιχείρησης Μαρίτα». Αντίθετα με τη συνήθη διαδικασία αποστολής τελεσιγράφου και επίθεσης μετά τη λήξη του, η επίθεση ξεκίνησε άμεσα. Ο κύριος όγκος των Γερμανικών δυνάμεων εστίασε στο Οχυρό Ιστίμπεη και στο Ρούπελ, ενώ μικρότερες επιθέσεις διεξήχθησαν στο υψίπεδο Νευροκοπίου και στη Δυτική Θράκη. Η προέλαση των Γερμανών ήταν ταχύτατη και μέχρι τις 9 του μήνα, παρά την ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στα οχυρά της Γραμμής Μεταξά, κατάφεραν να προσπελάσουν την Ελληνική άμυνα και να εισέλθουν στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, το βράδυ της 8ης Απριλίου, το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας είχε ήδη αποστείλει επιστολή στις γερμανικές δυνάμεις προτείνοντας συνθηκολόγηση.
Αντιμετωπίζοντας τις γρήγορες εξελίξεις του πολέμου, στις 8 Απριλίου, οι δυνάμεις του Συγκροτήματος «W» −ένας συνασπισμός ελληνικών, βρετανικών και αυστραλιανών στρατευμάτων− υποχώρησαν από τις θέσεις που είχαν καταλάβει στα εδάφη της νότιας Αλβανίας και επέστρεψαν στη Δυτική Μακεδονία. Στα εδάφη της Δυτικής Μακεδονίας, το Συγκρότημα «W» πήρε θέσεις άμυνας από τα στενά Κλειδίου μέχρι την περιοχή του Νυμφαίου, προετοιμαζόμενο να αντιμετωπίσει τις ισχυρές γερμανικές δυνάμεις που αναμενόταν να προελάσουν προς την περιοχή τις επόμενες μέρες.
Στις 10 Απριλίου, γερμανικές δυνάμεις ξεκίνησαν να προωθούνται στα Στενά Κλειδίου. Βρετανικές και αυστραλιανές μονάδες του Συγκροτήματος «W» επιχείρησαν να τις απωθήσουν. Παρά τη σθεναρή αντίσταση των Συμμάχων, οι γερμανικές δυνάμεις στις 12 Απριλίου κατέλαβαν την περιοχή των Στενών Κλειδίου μετά από τρεις ημέρες συνεχούς πολεμικής δράσης. Η πτώση των Στενών άνοιξε τον δρόμο για την περαιτέρω προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στα εδάφη της Δυτικής Μακεδονίας και σε δεύτερο χρόνο προς την κεντρική και τη νότια Ελλάδα.
Στις 13 Απριλίου 1941, δυνάμεις των Ες Ες επιτέθηκαν στα Στενά της Κλεισούρας και κατέλαβαν το ύψωμα Σαργονίτσα μετά από πολύωρες μάχες. Οι Έλληνες αμύνθηκαν με σθένος και κατάφεραν να διατηρήσουν τις υπόλοιπες αμυντικές θέσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Ωστόσο, το πρωί της 14ης Απριλίου, οι Γερμανοί εξαπέλυσαν ακόμη πιο ισχυρή επίθεση, χρησιμοποιώντας δυνάμεις πεζικού, τεθωρακισμένων, πυροβολικού και αεροπορίας. Μπροστά στην πίεση που δέχθηκαν από τις πολυπληθέστερες και καλύτερα εξοπλισμένες δυνάμεις, οι Έλληνες υποχώρησαν σταδιακά, παραδίδοντας τον έλεγχο των Στενών στους Γερμανούς. Παρά την ήττα, η καθυστέρηση της γερμανικής προέλασης για περίπου μία ημέρα αποδείχθηκε κρίσιμη, καθώς επέτρεψε στις ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις να αποχωρήσουν με ασφάλεια προς τα νότια, εξασφαλίζοντας τις απαραίτητες οδούς διαφυγής.
Η ύπαρξη οδών διαφυγής ήταν καίρια για την εκτέλεση των υποχωρητικών ελιγμών του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), ο κύριος όγκος των δυνάμεων του οποίου βρίσκονταν στο Αλβανικό Θέατρο Επιχειρήσεων. Στις 11 Απριλίου 1941, το ΤΣΔΜ άρχισε να προετοιμάζει την υποχώρησή του και τη συγκέντρωση των μονάδων του προς το νότο. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι δυνάμεις του θα έπρεπε να έχουν συμπτυχθεί στη διάβαση Κλεισούρας έως τις 15 Απριλίου. Ωστόσο, η κατάληψη των Στενών Κλειδίου από τους Γερμανούς στις 12 Απριλίου και η προώθησή τους προς τα Στενά Κλεισούρας, έθεσε τις δυνάμεις του ΤΣΔΜ υπό άμεση απειλή. Αυτό διότι, σε περίπτωση που οι Γερμανοί καταλάμβαναν και τα Στενά Κλεισούρας, θα προωθούνταν περαιτέρω προς το Άργος Ορεστικό, αποκόπτοντας τις μονάδες του ΤΣΔΜ από τις διόδους διαφυγής της προς τη νότια Ελλάδα και πιθανότατα αιχμαλωτίζοντας το σύνολο των δυνάμεων της στρατιάς.
Προκειμένου να διατηρηθεί η οδός διαφυγής των δυνάμεων του ΤΣΔΜ προς το Άργος Ορεστικό και τα Γρεβενά, τα μεσάνυχτα ανάμεσα στη 14η και 15η Απριλίου δυνάμεις της ΧΙΙ Μεραρχίας του ΤΣΔΜ, αφού πέρασαν τη σιδερένια γέφυρα στο χωριό Μανιάκοι, εγκατέστησαν μονάδες επιφυλακής στη γραμμή Δισπηλιό − Αμπελόκηποι. Συγκεκριμένα τοποθετήθηκε λόχος βαρέος πυροβολικού και μία πεδινή πυροβολαρχία, ενώ το 1ο τάγμα του 23ου Συντάγματος Πεζικού στάλθηκε στις αμυντικές γραμμές Δισπηλιού και η Ομάδα Αναγνωρίσεως της ΧΙΙ Μεραρχίας ανέλαβε την άμυνα μεταξύ Αμπελόκηπων και Μηλίτσας. Αμέσως, στάλθηκε ουλαμός αναγνωρίσεως στην παραποτάμια οδό Μανιάκοι − Άργος Ορεστικό. Περίπου στις 03:00 της 15ης Απριλίου ξεκίνησαν οι πρώτες κινήσεις δυνάμεων του ΤΣΔΜ και του Τμήματος Στρατού Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) προς το Άργος Ορεστικό μέσου της αμαξωτής οδού.
Από το πρωί της 15 Απριλίου δυνάμεις της Τεθωρακισμένης Μεραρχίας Ες Ες «Αδόλφος Χίτλερ», με επικεφαλής τον Υποστράτηγο Ζεπ Ντίτριχ (Sepp Dietrich), στράφηκαν προς δύο κατευθύνσεις γύρω από τη λίμνη της Καστοριάς. Η μία στα νότια και νοτιοανατολικά της λίμνης, η οποία αποσκοπούσε στην κατάληψη του Άργος Ορεστικού και η άλλη στα βορειοανατολικά που επιχείρησε τη διάσπαση των αμυντικών θέσεων δυτικά του χωριού Φωτεινή.
Στο βόρειο μέτωπο, την υπεράσπιση της διάβασης της Φωτεινής ανέλαβε η Μεραρχία Ιππικού και δυνάμεις της ΧΧΙης Ταξιαρχίας, με τον Σταθμό Διοίκησης να μεταφέρεται στον Απόσκεπο. Χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμη δύναμη, συγκροτήθηκε το Απόσπασμα Απόσκεπου με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Πεζικού Χρήστο Δέδε. Μέχρι το βράδυ της 14ης Απριλίου στάλθηκαν στη διάβαση Φωτεινής, βορειοδυτικά του ομώνυμου χωριού, μία μοίρα βαρέος πυροβολικού, μία μοίρα πεδινού πυροβολικού με αντιαρματική αποστολή, μία ίλη όλμων, μία ίλη του 1ου Συντάγματος Ιππικού και ένας αντιαρματικός ουλαμός. Ο αντικειμενικός σκοπός του Αποσπάσματος Απόσκεπου ήταν η υπεράσπιση της διάβασης Φωτεινής και η προστασία της οδού προς στην Καστοριά μέχρι τη νύχτα της 15ης προς 16η Απριλίου, ώστε να εξασφαλιστεί η προστασία των οδών διαφυγής των στρατευμάτων του ΤΣΔΜ προς τα νότια, μέσα από τη γραμμή Κορομηλιά – Μεσοποταμία – Νεάπολη.
Όσον αφορά το νότιο μέτωπο, από τις 04:30 η άμυνα είχε οργανωθεί υπό τη διοίκηση του Διοικητή Πεζικού της Μεραρχίας, Συνταγματάρχη Ευστάθιου Λιώση. Γύρω στις 05:30 πραγματοποιήθηκε η πρώτη επαφή με τις γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν προωθήσει στην περιοχή ελαφρά μηχανοκίνητα τμήματα, πεζικό και περίπου δεκαπέντε άρματα. Περίπου στις 06:00 ξεκίνησε η μάχη με 17 γερμανικά ελαφρά άρματα και 10 αυτοκίνητα, υποστηριζόμενα από πεζικό και βαρύ πυροβολικό να επιτίθενται κατά της ελληνική άμυνας που είχε παραταχθεί ανάμεσα στο Δισπηλιό και τους Αμπελόκηπους. Μέχρι τις 09:30 η πρώτη αυτή επίθεση των Γερμανών αναχαιτίστηκε με επιτυχία από τις ελληνικές δυνάμεις. Με τα εύστοχα πυρά του ελληνικού πυροβολικού και του πεζικού, οι Έλληνες κατέστρεψαν περίπου 25-30 αυτοκίνητα και άρματα και προξένησαν σημαντικές απώλειες στον εχθρό.
Παρά τη σημαντική προσωρινή αναχαίτιση, οι γερμανικές δυνάμεις, διαθέτοντας άφθονο πολεμικό υλικό και πλήθος ανθρώπινου δυναμικού, ενέτειναν τις ρίψεις βλημάτων βαρέος πυροβολικού προς τις αμυντικές γραμμές των Ελλήνων. Στις 10:30 το δεξί άκρο της άμυνας, έπειτα από καταιγισμό πυρών, δέχθηκε σημαντικές απώλειες, με 10 τραυματίες και 3 νεκρούς. Παράλληλα, το ηθικό του 1/23 Τάγματος Πεζικού που υπερασπίζονταν την άμυνα στην περιοχή κλονίστηκε από την άτακτη υποχώρηση Τμημάτων της ΧΙΙ Ομάδας Αναγνωρίσεως, η οποία αμύνονταν δυτικά των Αμπελόκηπων. Τις μεσημβρινές ώρες η αμυντική παράταξη στο Δισπηλιό δέχθηκε εντονότερη επίθεση με αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς από το γερμανικό πυροβολικό, καθώς και με την προώθηση τριών αρμάτων, υποστηριζόμενων από δυνάμεις πεζικού, τα οποία προσέγγισαν τις παρυφές του χωριού, παρά τα εύστοχα πυρά του ελληνικού πυροβολικού.
Παράλληλα, από τις πρώτες μεσημβρινές ώρες οι δύο πλευρές ενισχύθηκαν με την άφιξη νέων μονάδων. Στις ελληνικές γραμμές, στα δυτικά των Αμπελόκηπων, εγκαταστάθηκε μοίρα ορειβατικού πυροβολικού, με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Ιωάννη Παπαρρόδου, καθώς και άλλες τέσσερις πυροβολαρχίες, τρεις ορειβατικές και μία πεδινή. Οι γερμανικές δυνάμεις από την άλλη ενισχύθηκαν με νέα τμήματα πεζικού, τα οποία μετακινήθηκαν από την Κρεπένη προς τους Αμπελόκηπους και τη Μηλίτσα.
Με τις ενισχύσεις αυτές εκδηλώθηκε η δεύτερη σφοδρή γερμανική επίθεση στο τμήμα μεταξύ Αμπελοκήπων και Μηλίτσας. Τα γερμανικά τμήματα πεζικού κινήθηκαν κατά των ελληνικών θέσεων, υποστηριζόμενα από ισχυρά πυρά 10 πυροβολαρχιών βαρέος πυροβολικού, που αποτελούνταν από 40 πυροβόλα. Παρά το εύρος των γερμανικών δυνάμεων, οι Έλληνες κατάφεραν να αναχαιτίσουν και αυτή την επίθεση, καθώς τα εύστοχα πυρά του πυροβολικού ανάγκασαν τα γερμανικά οχήματα να υποχωρήσουν και τα τμήματα πεζικού να καθηλωθούν. Επιπλέον, βλήματα του ελληνικού βαρέος πυροβολικού κατάφεραν να πλήξουν γερμανικές πυροβολαρχίες που είχαν εγκατασταθεί σε παραλίμνιες θέσεις, αναγκάζοντάς τες με τον τρόπο αυτό να σιγήσουν και να μετακινούνται διαρκώς.
Παρά και τη δεύτερη αποτυχία, οι γερμανικές δυνάμεις επιχείρησαν ξανά να διαπεράσουν τις αμυντικές θέσεις των Ελλήνων. Στις 13:30 συντονισμένα πυρά γερμανικού πεζικού, αρμάτων και πυροβολικού κινήθηκαν κατά των Αμπελοκήπων. Κατά τη διάρκεια αυτής της επιχείρησης, τα σφοδρά πυρά του γερμανικού βαρέος πυροβολικού έπληξαν τη θέση της ΧΙΙβ Μοίρας Ορειβατικού Πυροβολικού. Η επίθεση προκάλεσε σημαντικές απώλειες στις Ελληνικές δυνάμεις, με τραγικότερη τη θυσία του Ταγματάρχη Ιωάννη Παπαρρόδου, ο οποίος σκοτώθηκε μαχόμενος, δίπλα στα πυροβόλα του.
Έως τις 14:00 μ.μ., οι ισχυρότατες γερμανικές δυνάμεις, παρά την σθεναρή αντίσταση των Ελλήνων, κατάφεραν να κάμψουν την άμυνα στο νοτιοανατολικό τμήμα της αμυντικής γραμμής και να καταλάβουν τους Αμπελόκηπους, καθώς και τις νοτιότερες θέσεις. Η επίθεση σημαδεύτηκε από την απώλεια του Ίλαρχου Κλείτου Χατζηλιάδη, διοικητή της ίλης ιππικού που υπερασπίζονταν την περιοχή. Μετά το θάνατο του διοικητή τους, το υπόλοιπο μέρος της ίλης αναγκάστηκε να υποχωρήσει, ενώ ένα μέρος του αιχμαλωτίστηκε.
Ταυτόχρονα, στο βόρειο μέτωπο, από τις πρώτες μεσημβρινές ώρες, οι Γερμανοί προέβησαν σε επανειλημμένες επιθέσεις με πεζικό και άρματα, επιχειρώντας να διασπάσουν την ελληνική άμυνα στη διάβαση Φωτεινής. Παρά τις συνεχείς πιέσεις, οι ελληνικές δυνάμεις απώθησαν κάθε επίθεση χάρη στα αποτελεσματικά πυρά της μοίρας βαρέος πυροβολικού, τα οποία προξένησαν σημαντικές απώλειες στον εχθρό τόσο σε πολεμικό υλικό όσο και σε έμψυχο δυναμικό. Με τον τρόπο αυτό, το Απόσπασμα Απόσκεπου διατήρησε τον έλεγχο της διάβασης μέχρι τις πρώτες απογευματινές ώρες. Έκτοτε, η πίεση στην αμυντική γραμμή εντάθηκε, καθώς οι Γερμανοί κατέλαβαν τον ορεινό όγκο βόρεια της Φωτεινής και επιτέθηκαν με πολυβόλα και αυτόματα όπλα κατά της οδού που οδηγεί από τη Φωτεινή προς την Καστοριά.
Επιστρέφοντας στο νότιο μέτωπο, το δεξί τμήμα της ελληνικής αμυντικής γραμμής, το οποίο ήδη αντιμετώπιζε έλλειψη προσωπικού από την έναρξη της ημέρας, βρέθηκε ανυπεράσπιστο μετά την κατάληψη των Αμπελοκήπων από τους Γερμανούς. Η εξέλιξη αυτή έθεσε τις δυνάμεις της Μεραρχίας που βρίσκονταν ανάμεσα στα χωριά Μανιάκι και Δισπηλιό σε άμεσο κίνδυνο αποκοπής από τις διόδους διαφυγής. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν στις 15:00 η ΧΙΙ Ομάδα Αναγνώρισης, υπεύθυνη για την υπεράσπιση του υψώματος Σπαϊλίκια βορειοανατολικά των Αμπελοκήπων, υποχώρησε προς τα βορειοδυτικά, εγκαταλείποντας τη θέση της και αφήνοντας την περιοχή χωρίς την παρουσία οποιασδήποτε ελληνικής δύναμης. Ο Μέραρχος, απεγνωσμένος, κινήθηκε με μοτοσικλέτα στην ευρύτερη περιοχή αναζητώντας διαθέσιμες δυνάμεις για να καλύψουν το κενό. Τελικά, οι πιέσεις του απέφεραν αποτέλεσμα και το 3ο Τάγμα του 22ου Συντάγματος πείστηκε να κινηθεί στο ύψωμα Σπαϊλίκια, ενισχύοντας το δεξί τμήμα της άμυνας γύρω στις 16:30.
Στο αριστερό τμήμα της άμυνας, ανατολικά από το Δισπηλιό, η μάχη κλιμακώθηκε με την επίθεση γερμανικών δυνάμεων πεζικού, αρμάτων, πυροβολικού και αεροπορίας γύρω στις 17:00. Παρά τη σαφή υπεροχή των Γερμανών σε αριθμό και εξοπλισμό, οι Έλληνες κατάφεραν αρχικά να αποκρούσουν τις επιθέσεις.
Καθοριστική για την εξέλιξη της μάχης στα δύο μέτωπα ήταν η μαζική αεροπορική επίθεση, με σμήνος περίπου 40 γερμανικών αεροσκαφών, τα οποία πραγματοποίησαν τις πρώτες απογευματινές ώρες ισχυρούς βομβαρδισμούς από χαμηλό ύψος, στις περιοχές του Απόσκεπου, της διάβασης Φωτεινής και του Δισπηλιού, καταστρέφοντας ολοσχερώς το σύνολο των ελληνικών πυροβολαρχιών του νότιου μετώπου. Με την απουσία, πλέον, οποιουδήποτε αντιαρματικού όπλου, τα γερμανικά άρματα προέλασαν ελεύθερα προς το Δισπηλιό, καταλαμβάνοντας μία προς μία τις θέσεις των αμυνομένων ελληνικών λόχων και αιχμαλωτίζοντας το σύνολο σχεδόν των στρατιωτών. Αντιμέτωποι με την κρισιμότητα της κατάστασης, οι Έλληνες ανατίναξαν τη γέφυρα στους Μανιάκους, προκειμένου να καθυστερήσουν τη γερμανική προέλαση προς την Καστοριά. Οι εναπομείνασες δυνάμεις μετακινήθηκαν εσπευσμένα προς το Άργος Ορεστικό, όπου είχαν αρχίσει να καταφτάνουν γερμανικές δυνάμεις πεζικού και τεθωρακισμένα. Μέχρι τις 19:00, τα γερμανικά άρματα είχαν κυκλώσει το Άργος Ορεστικό, το οποίο τελικά καταλήφθηκε παρά τις γενναίες προσπάθειες των ελληνικών δυνάμεων.
Η σφοδρή μάχη στα νότια της λίμνης της Καστοριάς έφτασε στο τέλος της με την επίδειξη ισχύος της γερμανικής αεροπορίας. Πολυάριθμα γερμανικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν επιθέσεις με φωτοβολίδες, πυροβολισμούς και βομβαρδισμούς στην ευρύτερη περιοχή του Άργους Ορεστικού και της αμαξιτής οδού προς το Βογατσικό. Με την ευρύτατη χρήση πολεμικού υλικού, καθώς και με τις χαρακτηριστικές σειρήνες των γερμανικών βομβαρδιστικών κάθετης εφόρμησης (Junkers Ju87 / Stukas), οι κατακτητές φρόντισαν να σκορπίσουν τον φόβο και τον πανικό στους Έλληνες στρατιώτες και στους άμαχους πληθυσμούς που έγιναν μάρτυρες αυτής της τρομερής επίθεσης. Τα εναπομείναντα τμήματα του ελληνικού στρατού που δεν αιχμαλωτίστηκαν, κινήθηκαν εσπευσμένα προς το Σκαλοχώρι μέσα από ορεινά δρομολόγια.
Στο βόρειο μέτωπο, οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν μέχρι αργά το βράδυ της 15ης Απριλίου. Γύρω στις 20:00, οι Γερμανικές δυνάμεις κατάφεραν να προωθηθούν στα δυτικά της λίμνης και να καταλάβουν την πόλη της Καστοριάς. Ακολούθησε περαιτέρω προώθησή τους προς τα βόρεια, φτάνοντας στην περιοχή του Παλαιού Τσιφλικιού. Με την εξέλιξη αυτή το Απόσπασμα Απόσκεπου, που βρισκόταν στη διάβαση Φωτεινής, κινδύνευσε να περικυκλωθεί και για τον λόγο αυτό ξεκίνησε να υποχωρεί εσπευσμένα προς τα βορειοδυτικά. Μεταξύ 21:00 και 23:00, τμήματα του Αποσπάσματος κατάφεραν να προωθηθούν στις διόδους διαφυγής προς τα νότια, ενώ άλλα αιχμαλωτίστηκαν. Ο επικεφαλής του Αποσπάσματος, Συνταγματάρχης Δέδες, κατάφερε να διαφύγει από το πεδίο της μάχης, αποφεύγοντας με δυσκολία την αιχμαλωσία.
Σε γενικές γραμμές, η μάχη που διεξήχθη στις 15 Απριλίου 1941 νότια της λίμνης της Καστορίας αποτελεί τη μοναδική καταγεγραμμένη μάχη «επί ανοιχτού πεδίου», όπου δηλαδή τα στρατεύματα είχαν τη δυνατότητα να κινούνται ελεύθερα και να αναπτύξουν σχηματισμούς μάχης. Επιπλέον, η μάχη συνιστά και τη μοναδική «εκ συναντήσεως» μάχη, καθώς τα εχθρικά στρατεύματα συναντήθηκαν απροειδοποίητα χωρίς προηγούμενη προετοιμασία ή στρατηγική σχεδίαση. Συνολικά, σύμφωνα με γερμανικές πηγές, στη μάχη της λίμνης της Καστοριάς αιχμαλωτίστηκαν γύρω στους 12.000 Έλληνες στρατιώτες και σημαντικός πολεμικός εξοπλισμός, μεταξύ του οποίου 32 πυροβόλα.
Ένα σημαντικό γεγονός που υπογραμμίζει την ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στη μάχη αυτή είναι η συνάντηση που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στον Υποστράτηγο Ζεπ Ντίτριχ και τον Συνταγματάρχη Ευστάθιο Λιώση, στο γερμανικό φρουραρχείο της Αθήνας τον Μάιο του 1941. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνάντησης, ο Ντίτριχ ζήτησε από τον Λιώση να περιγράψει τη διάταξη των ελληνικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της πολύωρης μάχης. Όταν ο Λιώσης αποκάλυψε το μικρό μέγεθος των δυνάμεων που είχαν αντισταθεί, ο Ντίτριχ εξοργίστηκε, πιστεύοντας αρχικά ότι ο Έλληνας αξιωματικός ψεύδεται, αφού οι Γερμανοί θεωρούσαν πως ήρθαν αντιμέτωποι με δυνάμεις τριών Μεραρχιών, των ΙΧ , Χ και ΧΙΙΙ, και όχι τριών ταγμάτων, όπως πληροφορήθηκε από τον Λιώση. Τελικά, οι δύο άνδρες ολοκλήρωσαν τη συζήτησή τους με τον Ντίτριχ να αποδίδει συγχαρητήρια στους Έλληνες για την αποτελεσματική τους αντίσταση.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
ΓΕΣ, Το τέλος μιας Εποποιίας – Απρίλιος 1941, Αθήνα 1959.
ΓΕΣ, Εφοδιασμοί στρατού εις υλικά οπλισμού πυρομ/κων πυρ/κου πεζικού 1940-1941, Αθήνα 1982.
ΓΕΣ, η Υγειονομική Υπηρεσία του στρατού κατά τον πόλεμο 1940-1941, Αθήνα 1983.
ΓΕΣ, Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941. Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς, Αθήνα 1985.
Α. Εδιπίδης (επιμ.), Μεγάλη Εικονογραφημένη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940-1941, Επιμέλεια της Στρατιωτικής Ύλης Αλεξ. Εδιπίδου Αντίστράτηγου Ε. Α., Τόμος Β’, Αθήνα 1954.
Θ.Φ. Παπακωνσταντίνου, Η μάχη της Ελλάδος 1940-1941, Αθήνα 1971.
R. Higham, Το ημερολόγιο μιας καταστροφής. Η Βρετανική βοήθεια στην Ελλάδα 1940-1941, Αθήνα 2008.
J. Plowman, Images of War in the Balkans. The battle for Greece and Crete 1940-1941. Rare photographs from wartime archives, South Yorkshire 2013.
A.S. Walker, Middle East and Far East. Australia in the war of 1939-1945, Canberra 1953.
Σχετιζόμενα σημεία
Προτομή Ταγματάρχη Ιωάννη Παπαρρόδου

Προτομή Ταγματάρχη Ιωάννη Παπαρρόδου
Μνημείο Ταγματάρχη Ιωάννη Παπαρρόδου

Μνημείο Ταγματάρχη Ιωάννη Παπαρρόδου
Μνημείο Πεσόντων στους Μανιάκους Καστοριάς

Μνημείο Πεσόντων στους Μανιάκους Καστοριάς
Μνημείο Πεσόντων Αμπελόκηπων

Μνημείο Πεσόντων Αμπελόκηπων




