Μάχη στα Υψώματα Μούκα και Πάτωμα
Σύντομη Περιγραφή:
Στις 28 Οκτωβρίου 1940, λίγο πριν τη λήξη του ιταλικού τελεσιγράφου, η 3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» εισέβαλε στην περιοχή της Πίνδου. Στη μάχη που εξελίχθηκε στα Υψώματα Πάτωμα, Μούκα και Πάνω Αρένα, το Απόσπασμα Πίνδου αγωνίστηκε με σθένος παρά τη σημαντική αριθμητική υπεροχή των Ιταλών. Η αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων διατηρήθηκε στη γραμμή, μέχρι τα μεσάνυχτα της 29ης Οκτωβρίου, όταν υπό την πίεση των Ιταλών και τις αντίξοες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν, τα τμήματα συμπτύχθηκαν προς το Επταχώρι. Παρά την υποχώρηση, οι μάχες της 28ης και 29ης Οκτωβρίου καθυστέρησαν σημαντικά τα σχέδια των Ιταλών για ταχεία κατάληψη της Δυτικής Μακεδονίας και επέτρεψαν στον Ελληνικό Στρατό να οργανώσει συστηματική αντεπίθεση τις επόμενες μέρες.
Φωτογραφικό υλικό:
Αναλυτική Περιγραφή:
Τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου, γύρω στις 03:00, ο Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα, Εμμανουέλε Γκράτσι, επισκέφτηκε την οικία του Έλληνα Πρωθυπουργού, Ιωάννη Μεταξά, στην Κηφισιά, παραδίδοντας τελεσίγραφο της Ιταλικής Κυβέρνησης. Το τελεσίγραφο ζητούσε την κατάληψη ορισμένων στρατηγικών σημείων στην Ελλάδα, προκειμένου να αποδειχθεί η ουδετερότητα της Ελλάδας στον Πόλεμο ανάμεσα στις δυνάμεις του Άξονα και της Βρετανίας.
Σύμφωνα με την προφορική δήλωση του Ιταλού Πρέσβη, το τελεσίγραφο θα έληγε στις 06:00, δηλαδή μόλις τρεις ώρες αργότερα, όποτε και ο Ιταλικός στρατός θα εισέβαλε στην Ελλάδα. Παρά τις διαβεβαιώσεις της Ιταλικής Κυβέρνησης πως διατίθεται να συνεργαστεί με την Ελλάδα, ο Έλληνας πρωθυπουργός αρνήθηκε κατηγορηματικά τους όρους που διατυπώνονταν στο τελεσίγραφο. Άλλωστε, οι σχέσεις των δύο χωρών ήταν ήδη τεταμένες και η ελληνική πλευρά διατηρούσε βάσιμες επιφυλάξεις απέναντι σε οποιαδήποτε συνεργασία με το φασιστικό καθεστώς, καθώς η Ιταλία είχε κηρύξει έναν σκιώδη πόλεμο κατά της Ελλάδας ήδη από το καλοκαίρι του 1940.
Έπειτα από τη σύντομη συνάντηση των δύο ανδρών, ο Ιταλός Πρέσβης αποχώρησε από την οικία του Έλληνα πρωθυπουργού. Ως επακόλουθο του διπλωματικού αδιεξόδου, τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, περίπου στις 05:00, δηλαδή μόλις μία ώρα πριν τη λήξη της προθεσμίας του τελεσιγράφου, η Ιταλική 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» εισέβαλε στην Ελλάδα, στην περιοχή της Πίνδου.
Η επίλεκτη Μεραρχία «Τζούλια» αποτελούνταν συνολικά από περίπου 10.800 άνδρες και είχε σταλεί στην Αλβανία ήδη από τον Απρίλιο του 1939. Επομένως, οι άνδρες της Μεραρχίας ήταν πλήρως ενημερωμένοι για τις συνθήκες του μετώπου της Πίνδου. Απέναντι στη Μεραρχία «Τζούλια» παράχθηκε μόνο το Απόσπασμα Πίνδου, το οποίο αποτελούνταν από περίπου 2.000 άνδρες. Το απόσπασμα αυτό βρισκόταν υπό την ηγεσία του έφεδρου επί μονίμων Συνταγματάρχη Πεζικού Κωνσταντίνου Δαβάκη και είχε έδρα το Επταχώρι.
Ξεκινώντας από τις ευρύτερες περιοχές της Έρσεκα και της Μπόροβα, ο κύριος όγκος των Ιταλικών δυνάμεων επιτέθηκε στα βόρεια της σημερινής Π.Ε. Ιωαννίνων και στα δυτικά της Π.Ε. Καστοριάς, συγκεκριμένα στη γραμμή μεταξύ των χωριών Γράμμος-Γοργοπόταμος-Βούρμπιανη. Η κατά μέτωπο επίθεση των ιταλικών δυνάμεων που εξαπολύθηκε στην προαναφερθείσα γραμμή αντιμετωπίστηκε με σθένος από τους Έλληνες. Προς το απόγευμα, οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν, υπό την πίεση των Ιταλών, να συμπτυχθούν δυτικά του Επταχωρίου, στα Υψώματα Πάτωμα, Μούκα και Επάνω Αρένα. Μέχρι τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου, το Απόσπασμα Πίνδου κατάφερε, παρά το δριμύ ψύχος και τις αντίξοες συνθήκες, να διατηρήσει την ελληνική άμυνα στη γραμμή μεταξύ των χωριών Μόλιστα – Καστανέα – Ύψωμα Πάτωμα – Ύψωμα Μούκα – Επάνω Αρένα – Ύψωμα Κιάφα – Ύψωμα Καταφύκι.
Εξαιτίας των ιδιαίτερα κρίσιμων συνθηκών, ο διοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου ενίσχυσε τις δυνάμεις του με τους λόχους του 3ου Τάγματος του 51ου Συντάγματος Πεζικού και διέταξε τη συγκέντρωση κάθε διαθέσιμων μεταφορικών μέσων στο χωριό Μόρφη, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον Ελληνικό Στρατό. Οι κάτοικοι αποδέχθηκαν με θέρμη το κάλεσμα του Συνταγματάρχη Δαβάκη και για τις επόμενες μέρες γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι κατέβαλαν με αυτοθυσία παντοειδείς βοήθειες στην προσπάθεια του στρατού να διατηρήσει ακέραια τα ελληνικά εδάφη.
Στις 29 Οκτωβρίου η μάχη συνεχίστηκε με την ένταση της πρώτης ημέρας. Προς το απόγευμα, οι ιταλικές δυνάμεις κατάφεραν προσωρινά να αποκτήσουν τον έλεγχο του Υψώματος Μούκα, όμως σύντομα ο ελληνικός στρατός ανακατέλαβε τη θέση. Λίγο αργότερα, καταλήφθηκε το Ύψωμα Πάτωμα και ο Διοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου διέταξε τη σύμπτυξη των δυνάμεων στη γραμμή Κάτω Αρένα-Γκουστερίτσα. Ωστόσο, λόγω του όγκου των ιταλικών δυνάμεων, καθώς και της συνεχούς βροχής και του ψύχους, τα στρατεύματα που αμύνονταν στη γραμμή υποχώρησαν γύρω στα μεσάνυχτα προς το Επταχώρι.
Σε γενικές γραμμές, το Απόσπασμα Πίνδου, πολεμώντας για δύο ημέρες τις κατά πολύ ισχυρότερες ιταλικές δυνάμεις, κατάφερε με σκληρό αγώνα να καθυστερήσει την προέλαση των Ιταλών στη Δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο. Το μεσημέρι της 30ης Οκτωβρίου έφτασε στην περιοχή ο Διοικητής της I Μεραρχίας, Υποστράτηγος Βασίλειος Βραχνός, με τμήμα του Επιτελείου του, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του Αποσπάσματος Πίνδου και ουσιαστικά την άμυνα εναντίον της Μεραρχίας «Τζούλια».
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Βρανάς Φ. (επιμ.), Ιωάννης Μεταξάς. Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. Δ., Αθήνα 1990.
ΓΕΣ, Ιστορικόν Πολεμικών Επιχειρήσεων 1940-1941 συνταχθέν κατ’ εντολήν Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, τ. 2.1: Αι εν Πίνδω επιχειρήσεις, Αθήναι χ.χ.
ΓΕΣ, Εφοδιασμοί του στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών πυροβολικού και πεζικού κατά τον πόλεμον 1940-41, Αθήναι 1982.
ΓΕΣ, Η υγειονομική υπηρεσία του στρατού κατά τον πόλεμον 1940-1941, Αθήνα 1983.
ΓΕΣ, Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941. Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς, Αθήνα 1985.
Παπαδήμας Β. (επιμ.), Απομνημονεύματα Στρατηγού Βασιλείου (Βάσσου) Βραχνού. Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940-41 και η δράση της Σιδηράς Μεραρχίας Λαρίσης, Θεσσαλονίκη 2014.
Παπακωνσταντίνου Θ.Φ. , Η μάχη της Ελλάδος 1940-1941, Αθήνα 1971.









